Στο φουλ /fúl/ AdjectiveEnglishfull日本語満ちる (Michiru)ExampleΤο στάδιο ήταν **γεμάτο** (πλήρες, γεμάτο) από ζητωκραυγάζοντες φιλάθλους.The stadium was full of cheering fans.Το 'γεμάτος' είναι πιο συχνό για φυσικούς χώρους.