Πληθωρισμός /pli.θo.rizˈmos/ Noun

English
inflation
日本語
物価高

Example

  • Η μάχη κατά του αυξανόμενου **πληθωρισμού** είναι η κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης.
  • The fight against rising inflation is the government's top priority.
  • Το 'αυξανόμενος' (rising) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.