πλοκή /ploˈci/ Noun
- English
- plot
- 日本語
- 筋
Example
- Είναι δύσκολο να παρακολουθήσεις την **πλοκή** της ταινίας. [Δυσνόητη / Περίπλοκη / Μπερδεμένη] — της ταινίας.
- It's hard to follow the plot of the film.
- Το «παρακολουθώ» (follow) είναι η μαγική λέξη εδώ.