Σύνδεσμος / Βύσμα /plʌɡ/ Noun

English
plug
日本語
つなぎ役 (Tsunagi-yaku)

Example

  • Το σίδερο είναι εξοπλισμένο με τριών ακροδεκτών **φις**.
  • The iron is fitted with a three-pin plug.
  • Το 'φις' είναι το πιο κοινό, καθημερινό, δάνειο.