ποικιλομορφία /pociːloˈmoɾfia/ Noun
- English
- diversity
- 日本語
- 多様性
Example
- Η βιολογική **ποικιλομορφία** των τροπικών δασών είναι συγκλονιστική. (Η βιολογική **ποικιλομορφία** / **πολυμορφία** / **ποικιλία** — των τροπικών δασών είναι συγκλονιστική.)
- The biological diversity of the rainforests is staggering.
- Εδώ τονίζεται η πληθώρα των ειδών.