Ποιότητα /pʲoˈita ti ta/ Noun

English
quality
日本語

Example

  • Η βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας στους οίκους ευγηρίας είναι προτεραιότητα.
  • Improving the quality of care for nursing home residents is a priority.
  • Εδώ η ποιότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παροχή υπηρεσιών.