πολίτης /poliˈtis/ Adjective

English
civilian
日本語
民間人

Example

  • Επέστρεψε στην πολιτική ζωή μετά τη θητεία του. (Επέστρεψε στην [πολιτική ζωή] — του [πολίτη] / [αστού] — μετά τη θητεία του.)
  • He returned to civilian life after his service.
  • Η φράση 'πολιτική ζωή' είναι η πιο φυσική απόδοση του 'civilian life'.