ποσοστό /posoˈsto/ NounEnglishpercentage日本語割合ExampleΠοιο είναι το {ποσοστό} του πληθυσμού που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ακρίβειας;What percentage of the population is overweight?Εδώ το 'ποσοστό' είναι το κεντρικό θέμα της έρευνας.