πράγματα /praˈmaɲa/ Noun

English
stuff
日本語
もの

Example

  • Τι είναι όλη αυτή η κολλώδης **βλακεία** (πράγματα/υλικά) στο χαλί;
  • What's all that sticky stuff on the carpet?
  • Το 'βλακεία' εδώ χρησιμοποιείται με την έννοια του 'άχρηστου/κολλώδους υλικού', όχι προσβολή.