πραγματικά /prɐɣmaˈtiˌka/ Adverb

English
truly
日本語
本当に

Example

  • Πιστεύει *πραγματικά* ότι τίποτα από αυτά δεν είναι δικό της λάθος.
  • She truly believes that none of this is her fault.
  • Εδώ το 'πραγματικά' τονίζει την πεποίθηση.