Αυτονομία /af.to.noˈmi.a/ Noun
- English
- agency
- 日本語
- 主体性
Example
- Δουλεύει για ένα κορυφαίο διαφημιστικό [Πρακτορείο] (διαφημιστική εταιρεία / πρακτορικός οίκος) — Η διαφήμιση είναι το παν.
- She works for a leading advertising agency.
- Το 'Πρακτορείο' είναι ο πιο ακριβής όρος για την επιχείρηση.