Συμπαθητικός/ή Συμπαθητικός/ή Adjective

English
pretty
日本語
可愛い

Example

  • Φόρεσε ένα όμορφο φλοράλ φόρεμα στο πάρτι κήπου.
  • She wore a pretty floral dress to the garden party.
  • Το 'όμορφο' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.