ομιλητός /o.mi.liˈtos/ Adjective

English
spoken
日本語
口頭の

Example

  • Πρέπει να δώσουμε έμφαση στις προφορικές μας δεξιότητες (ρητή διατύπωση / λεκτική έκφραση / φωνητική επικοινωνία) στα Αγγλικά.
  • We need to focus on our spoken English skills.
  • Εδώ το 'Προφορικός' είναι το πιο φυσικό. Η λέξη 'spoken' τονίζει την πράξη της ομιλίας.