Προσεκτικός /pro.se.kˈti.kos/ Προσεκτικός
- English
- careful
- 日本語
- 注意深い
Example
- Να είσαι **προσεκτικός** (Σκεπτικός / Επιμελής / Φροντισμένος) όταν διασχίζεις τον δρόμο.
- Be careful when you cross the street.
- Η πιο συνηθισμένη έκφραση για την καθημερινή προειδοποίηση.