Προσέλευση /pro.seˈle.fsi/ Noun

English
turnout
日本語
人出 (Hitode) / 参加者数 (Sankashasuu)

Example

  • Η **προσέλευση** (προσέλευση / συμμετοχή / επιδόσεις) για την φιλανθρωπική γκαλά ξεπέρασε τις προσδοκίες μας.
  • The turnout for the charity gala exceeded our expectations.
  • Εδώ η 'προσέλευση' είναι η πιο φυσική επιλογή.