Προσφορά /proˈsfora/ Noun

English
offer
日本語
申し出る

Example

  • Η Μαρία δέχτηκε την επαγγελματική [προσφορά] αμέσως.
  • She accepted his job offer immediately.
  • Εδώ εννοούμε την πρόταση εργασίας.