ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ /prosoˈpiko/ Noun
- English
- personnel
- 日本語
- 人事
Example
- Υπάρχει σοβαρή έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού — των [Εργαζομένων] / [Στελεχών] / [Ανθρώπινου Δυναμικού].
- There is a severe shortage of skilled personnel.
- Το 'Προσωπικό' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.