προσωρινά /prosovriná/ Adverb
- English
- temporarily
- 日本語
- 一時的に
Example
- Το κατάστημα είναι προσωρινά κλειστό για μεσημεριανό. (Επί του παρόντος / Προς στιγμήν)
- The store is temporarily closed for lunch.
- Το 'προσωρινά' δίνει έμφαση στη μη μονιμότητα της κατάστασης.