προθεσμία /ˈdɛdˌlaɪn/ NounEnglishdeadline日本語締め切りExampleΠροτιμώ να δουλεύω με [προθεσμία] (χτίζω/χτίσω) — γιατί η πίεση με κινητοποιεί.I prefer to work to a deadline.Το «χτίζω» (imperfective) δείχνει τη διαδικασία της δουλειάς προς τον στόχο.