Προθυμία /proˈθimi.a/ NounEnglishwillingness日本語意欲ExampleΗ επιτυχία στη μελέτη εξαρτάται από την **προθυμία** να μαθαίνεις.Success in studying depends on a willingness to learn.Η 'προθυμία' εδώ είναι η βασική, ζεστή επιλογή.