πρωτότυπος /proˈto.ti.pos/ Adjective

English
original
日本語
独創的

Example

  • Το δωμάτιο διατηρεί πολλά από τα [πρωτότυπα] του χαρακτηριστικά.
  • The room still has many of its original features.
  • Εδώ τονίζεται η μη-αλλαγή στο πέρασμα του χρόνου.