ψευδής /sfeðis/ Adjective
- English
- false
- 日本語
- 偽り (Itsuwari)
Example
- Η δήλωση που έκανες είναι αποδεδειγμένα ψευδής (αποδεδειγμένα μη αληθής / φανερά ανακριβής / φανερά πλάσμα).
- The statement you made is demonstrably false.
- Η λέξη 'ψευδής' είναι η πιο άμεση μετάφραση.