Ψηφιακός /t͡siˈfja.kos/ Adjective

English
digital
日本語
デジタル

Example

  • Προτιμώ να διαβάζω [ψηφιακά] βιβλία στην ταμπλέτα μου.
  • I prefer reading digital books on my tablet.
  • Η χρήση του επιρρήματος 'ψηφιακά' είναι πολύ συχνή.