Το ψωμί /psɔˈmi/ Noun

English
bread
日本語
パン

Example

  • Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού γέμισε την κουζίνα.
  • The smell of fresh bread filled the kitchen.
  • Η μυρωδιά του φούρνου είναι συνώνυμη της θαλπωρής.