Πυκνότητα /pikˈnoːtita/ NounEnglishdensity日本語密度ExampleΗ [πυκνότητα] (ομίχλης / ομίχλης / νέφους) έκανε την οδήγηση επικίνδυνη.The density of the fog made driving dangerous.Στην ατμόσφαιρα, το 'πυκνότητα' είναι το κυρίαρχο.