ανεξαρτήτως /ane.ksarˈti.tos/ Adverb

English
regardless
日本語
〜に関わらず

Example

  • Ο καιρός ήταν απαίσιος, αλλά συνεχίσαμε την πορεία μας, **ανεξαρτήτως**.
  • The weather was terrible, but we carried on regardless.
  • Το 'ανεξαρτήτως' εδώ λειτουργεί ως επιρρηματική φράση που συνοψίζει την κατάσταση.