σαφώς /saˈfɔs/ Adverb

English
explicitly
日本語
明示的に

Example

  • Οι οδηγίες ρητά αναφέρουν πώς να κάνετε επανεκκίνηση της συσκευής.
  • The instructions explicitly state how to reset the device.
  • Το 'ρητά' δίνει έμφαση στην προφορική ή γραπτή δήλωση.