Ρομαντισμός /romantiˈzmos/ NounEnglishromance日本語恋愛ExampleΤο καλοκαιρινό μας το [ρομάντζο] τελείωσε μόλις γυρίσαμε στην πόλη.Their holiday romance ended as soon as they returned home.Το 'ρομάντζο' εδώ υποδηλώνει κάτι ελαφρύ, σχεδόν φευγαλέο.