τα ρούχα /ta ˈruχa/ Noun

English
clothing
日本語

Example

  • Οι εργάτες στο εργοστάσιο φορούν προστατευτικά [ένδυση: ενδυμασία / ντύσιμο / στολή].
  • Workers at the factory wear protective clothing.
  • Εδώ το 'ένδυση' είναι πιο επίσημο από το 'ρούχα'.