τρέιλερ /ˈtreɪlɛr/ Noun

English
trailer
日本語
予告編

Example

  • Έδεσε το ρυμουλκούμενο (φορτηγίδα / τράιλερ / ρυμουλκό) στο φορτηγό του.
  • He hooked the trailer to his truck.
  • Το 'ρυμουλκούμενο' είναι ο επίσημος όρος, αλλά το 'τράιλερ' κυριαρχεί στην καθομιλουμένη.