σχολιασμός /sxo.lja.zmos/ Noun
- English
- commentary
- 日本語
- 考察
Example
- Ο αθλητικός **σχολιασμός** (ανάλυση / ερμηνεία / κριτική) μεταδόθηκε ζωντανά.
- The sports commentary was broadcast live.
- Στην τηλεόραση, το «σχολιασμός» είναι η λέξη-κλειδί για το live sportscasting.