Σενάριο /seˈna.ri.o/ Noun
- English
- script
- 日本語
- 台本 / スクリプト
Example
- Ο σκηνοθέτης έκανε αρκετές αλλαγές στο [σενάριο] (διάλογος/πλοκή/δομή) της ταινίας.
- The director made several changes to the script.
- Στον κινηματογράφο, το 'σενάριο' είναι η μαγική λέξη.