φαινομενικά /fe.no.me.niˈka/ Adverb
- English
- seemingly
- 日本語
- 一見すると
Example
- Μια φαινομενικά ανόητη ερώτηση συχνά οδηγεί σε μια λαμπρή διαίσθηση.
- A seemingly stupid question often leads to a brilliant insight.
- Το 'φαινομενικά' εδώ υποδηλώνει ότι η ερώτηση δεν ήταν πραγματικά ανόητη.