σεξουαλικότητα /seksoaliˈtita/ Noun

English
sexuality
日本語
セクシュアリティ

Example

  • Ένιωσε ενδυναμωμένη αφού αποδέχτηκε πλήρως τη [σεξουαλικότητά] της.
  • She felt empowered after coming to terms with her sexuality.
  • Η αποδοχή είναι κεντρική έννοια στη σύγχρονη ελληνική συζήτηση.