σέξι /ˈseksi/ Adjective
- English
- sexy
- 日本語
- 色っぽい
Example
- Η τραγουδίστρια είχε μια πολύ σέξι σκηνική παρουσία. [γοητευτικό / ελκυστικό / αισθησιακό] — της: The lead singer had a very sexy stage presence.
- The lead singer had a very sexy stage presence.
- Εδώ το 'σέξι' καλύπτει την αύρα και την κίνηση.