κύριος /ˈciːri.os/ Adjective

English
major
日本語
主要な

Example

  • Υπήρξε μια **σημαντική** καθυστέρηση στο αεροδρόμιο.
  • There was a major delay at the airport.
  • Εδώ το 'σημαντικός' (σημαντικός / καίριος / πρωταρχικός) ταιριάζει τέλεια.