Σκοτεινός /sko.tiˈnos/ AdjectiveEnglishdark日本語暗いExampleΤο δωμάτιο ήταν **σκοτεινό** (άδειο από φως / χωρίς φως / μαύρο), γι' αυτό άναψα το λαμπάκι.The room was dark, so I turned on the lamp.Το 'σκοτεινός' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.