Συστατικό /sistatiko/ NounEnglishingredient日本語材料ExampleΑνακατέψτε όλα τα συστατικά σε ένα μεγάλο μπολ.Mix all the ingredients in a large bowl.Το «ανακατεύω» (perfective) είναι η σωστή επιλογή για την ολοκλήρωση της πράξης.