Στενός /stɛˈnos/ Adjective
- English
- narrow
- 日本語
- 狭い
Example
- Σκυλιά αδέσποτα περιφέρονται στα απότομα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης.
- Stray dogs wander the steep narrow lanes of the old town.
- Η λέξη 'στενά' εδώ είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο (τα στενά).