Στήλη /ˈsti.li/ NounEnglishcolumn日本語コラムExampleΗ εφημερίδα τυπώθηκε σε τρεις **στήλες**.The newspaper article is printed in three columns.Η 'στήλη' είναι η πιο φυσική επιλογή για έντυπα.