Στήριξη /stiˈriksi/ Noun

English
support
日本語
支える

Example

  • Υπάρχει ισχυρή δημόσια [στήριξη] (ενίσχυση / συμπαράσταση) για τη νέα πολιτική.
  • There is strong public support for the new policy.
  • Η 'στήριξη' είναι η πιο ζεστή επιλογή εδώ.