Επίπεδο / Στρώση /eˈpipeðo/ NounEnglishlayer日本語層 (そう)ExampleΜια λεπτή στρώση σκόνης κάλυπτε τα παλιά βιβλία.A thin layer of dust covered the old books.Το 'στρώμα' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.