στύλος /ˈstilos/ Noun
- English
- pole
- 日本語
- 柱 (Hashira) / 棒 (Bou)
Example
- Η σημαία στερεώθηκε σε έναν ψηλό μεταλλικό [στύλο]. (ιστός / πάσσαλος / υποστύλωμα) — του: The flag was attached to a tall metal pole.
- The flag was attached to a tall metal pole.
- Ο «ιστός» είναι πιο ποιητικός και χρησιμοποιείται κυρίως για σημαίες ή κατάρτια.