σχετικός /sxeˈtikos/ Adjective
- English
- relative
- 日本語
- 相対的
Example
- Η σχετική αξία των δύο προτάσεων συζητήθηκε. (Η αναλογική αξία / Η συγκριτική αξία / Η εξαρτώμενη αξία)
- The relative merits of the two plans were debated.
- Εδώ τονίζεται η εξάρτηση της αξίας από το πλαίσιο.