ψώνια /psoˈnia/ Noun
- English
- grocery
- 日本語
- 食料品の買い物
Example
- Το **μπακάλικο** της γωνίας [Το μανάβικο / Το παντοπωλείο / Το σούπερ μάρκετ] είναι ανοιχτό μέχρι τα μεσάνυχτα.
- The corner grocery store is open until midnight.
- Το 'μπακάλικο' παραπέμπει σε μικρό, παραδοσιακό κατάστημα.