συχνός /siˈxnos/ Επαναλαμβανόμενος

English
frequent
日本語
頻繁

Example

  • Είναι [συχνός επισκέπτης] σε αυτό το καφέ, σχεδόν καθημερινά.
  • He is a frequent visitor to this country.
  • Το 'επισκέπτης' (visitor) είναι ουσιαστικό, το 'συχνός' το προσδιορίζει.