Σύμβολο /siˈmvolo/ Noun

English
symbol
日本語
象徴

Example

  • Το περιστέρι είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης.
  • The vase is decorated with religious symbols.
  • Η χρήση του 'σύμβολο' εδώ είναι καθολική και άμεση.