ΣΥΜΦΩΝΙΑ /simˈfo.ni.a/ NounEnglishagreement日本語合意ExampleΥπέγραψαν ειρηνική [συναίνεση / συμφωνία / σύμφωνο] μετά από μήνες διαπραγματεύσεων.They signed a peace agreement.Η 'συμφωνία' είναι η πιο γενική και ζεστή επιλογή.