Συνάντηση /sɪnˈdɐn.ti.si/ Noun
- English
- meeting
- 日本語
- 打ち合わせ
Example
- Πλήθος κόσμου παρακολούθησε την δημόσια **συνάντηση** (σύναξη / σύσκεψη / συγκέντρωση) των πολιτών.
- A hundred people attended the public meeting.
- Εδώ τονίζεται η μαζική φύση της εκδήλωσης.