Συναρπαστικός /sinarpiˈstikos/ AdjectiveEnglishexciting日本語ワクワクするExampleΑυτή είναι μια συναρπαστική (οικοδομώντας / δημιουργώντας / θεμελιώνοντας) ευκαιρία για μένα.This is an exciting opportunity for me.Η λέξη 'ευκαιρία' δίνει θετικό τόνο.